διαιτητής


διαιτητής
[диэтис] ουσ. а. арбитр

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαιτητής" в других словарях:

  • διαιτητής — arbitrator masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτητής — Διευθυντής αθλητικού αγώνα, που επιβλέπει τη διεξαγωγή του ώστε να τηρούνται οι κανονισμοί. Ο δ. έχει, επομένως, το δικαίωμα να τιμωρεί τα σφάλματα και να επικυρώνει το τελικό αποτέλεσμα. Το έργο του δ. βοηθούν πάντα οι αξιωματούχοι του αγώνα (οι …   Dictionary of Greek

  • διαιτητής — ο 1. αυτός που εκλέγεται από τους διαδίκους, για να επιλύσει τη διαφορά τους. 2. αυτός που επιβλέπει σε ένα ομαδικό παιχνίδι, ποδόσφαιρο, καλαθόσφαιρα κτλ. και έργο του είναι η σωστή τήρηση των κανονισμών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ДИЭТЕТ —    • Διαιτητής,          третейский или мировой судья. Во избежание дорого обходящихся тяжб пред гражданскими судами гелиастов тяжущиеся стороны в Афинах могли искать решения своих дел у мировых судей или Д. Были и государственные Д.,… …   Реальный словарь классических древностей

  • διαιτηταῖς — διαιτητής arbitrator masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτηταί — διαιτητής arbitrator masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτητοῦ — διαιτητής arbitrator masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτητῇ — διαιτητής arbitrator masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτητήν — διαιτητής arbitrator masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτητῶν — διαιτητής arbitrator masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)